δουλευταρού
•
- θηλυκό του δουλευταράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δουλευταρού < δουλευταρ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλευταρού | δουλευταρούδες |
| Γενική | δουλευταρούς | δουλευταρούδων |
| Αιτιατική | δουλευταρού | δουλευταρούδες |
| Κλητική | δουλευταρού | δουλευταρούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →