δουλεύω
•
- κάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά Βικιλεξικό
- λειτουργώ Βικιλεξικό
- Το ρολόι/μηχάνημα σταμάτησε να δουλεύει.
- πειράζω κάποιον, τον ξεγελώ Βικιλεξικό
- Με χαμόγελο με κέφι / πώς με καταφέρνεις και γελάς, / μπράβο σου πώς με δουλεύεις / κι όλο φίνα την περνάς.
Ετυμολογία
δουλεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δουλεύω < αρχαία ελληνική δοῦλος < χαναανική *dōʾēlu (υπηρέτης, ακόλουθος). Ομόρριζα: μυκηναϊκή 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δουλεύω | δουλεύεις | δουλεύει | δουλεύουμε | δουλεύετε | δουλεύουν / δουλεύουνε |
| Παρατατικός | δούλευα | δούλευες | δούλευε | δουλεύαμε | δουλεύατε | δουλεύαν / δουλεύανε / δούλευαν |
| Αόριστος | δούλεψα | δούλεψες | δούλεψε | δουλέψαμε | δουλέψατε | δουλέψαν / δουλέψανε / δούλεψαν |
| Μέλλοντας | θα δουλέψω / θα δουλεύω | θα δουλέψεις / θα δουλεύεις | θα δουλέψει / θα δουλεύει | θα δουλέψουμε / θα δουλεύουμε | θα δουλέψετε / θα δουλεύετε | θα δουλέψουν / θα δουλέψουνε / θα δουλεύουν / θα δουλεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω δουλέψει | έχεις δουλέψει | έχει δουλέψει | έχουμε δουλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δουλέψει | είχες δουλέψει | είχε δουλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δουλέψει / να δουλέψω / να δουλεύω | να έχεις δουλέψει / να δουλέψεις / να δουλεύεις | να έχει δουλέψει / να δουλέψει / να δουλεύει | να έχουμε δουλέψει / να δουλέψουμε / να δουλεύουμε | να δουλέψετε / να δουλεύετε | να δουλέψουν / να δουλέψουνε / να δουλεύουν / να δουλεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε δουλεμένο / δούλευε / δούλεψε | — | — | δουλέψτε / δουλεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δουλεύτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →