δουλικό
•
- μειωτικόη υπηρέτρια Βικιλεξικό
- μειωτικόαγενής γυναίκα με απολίτιστους τρόπους και άσχημη εξωτερική εμφάνιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δουλικό < δούλ(α) + -ικο (ουδέτερο του -ίκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλικό | δουλικά |
| Γενική | δουλικού | δουλικών |
| Αιτιατική | δουλικό | δουλικά |
| Κλητική | δουλικό | δουλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →