δουλώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος δουλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δουλώνομαι | δουλώνεσαι | δουλώνεται | δουλωνόμαστε | δουλώνεστε | δουλώνονται |
| Παρατατικός | δουλωνόμουν / δουλωνόμουνα | δουλωνόσουν / δουλωνόσουνα | δουλωνόταν / δουλωνότανε | δουλωνόμασταν / δουλωνόμαστε | δουλωνόσασταν / δουλωνόσαστε | δουλωνόντουσαν / δουλώνονταν |
| Αόριστος | δουλώθηκα | δουλώθηκες | δουλώθηκε | δουλωθήκαμε | δουλωθήκατε | δουλωθήκαν / δουλωθήκανε / δουλώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα δουλωθώ / θα δουλώνομαι | θα δουλωθείς / θα δουλώνεσαι | θα δουλωθεί / θα δουλώνεται | θα δουλωθούμε / θα δουλωνόμαστε | θα δουλωθείτε / θα δουλώνεστε | θα δουλωθούν / θα δουλωθούνε / θα δουλώνονται |
| Παρακείμενος | έχω δουλωθεί | έχεις δουλωθεί | έχει δουλωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δουλωθεί | είχες δουλωθεί | είχε δουλωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δουλωθεί / να δουλωθώ / να δουλώνομαι | να έχεις δουλωθεί / να δουλωθείς / να δουλώνεσαι | να έχει δουλωθεί / να δουλωθεί / να δουλώνεται | να δουλωθούμε / να δουλωνόμαστε | να δουλωθείτε / να δουλώνεστε | να δουλωθούν / να δουλωθούνε / να δουλώνονται |
| Προστακτική | — | δουλώνου / δουλώσου | — | — | δουλωθείτε / δουλώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →