δουρβάνι
•
- ιδιωματικόδοχείο, εντός του οποίου χτυπούμε το γάλα (με κάποιο εργαλείο που επίσης ονομάζεται δουρβάνι), προκείμενου να εξάγουμε το βούτυρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δουρβάνι < τουρκική torba
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουρβάνι | δουρβάνια |
| Γενική | δουρβανιού | δουρβανιών |
| Αιτιατική | δουρβάνι | δουρβάνια |
| Κλητική | δουρβάνι | δουρβάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →