Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δούλεψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να εργάζεται κάποιος για λογαριασμού άλλου, να είναι υπάλληλός, εργάτης, υπηρέτης του Βικιλεξικό
    • Ὁ παπούς μας, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μας, ὁ Δημήτριος Ρίτσος, ἦταν προύχοντας τῆς Μονεμβασιάς, μέ τεράστια κτηματική περιουσία καί πλῆθος ἀνθρώπων στήν δούλεψή του. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνολική θεώρηση του έργου του, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992, σελ. 67)

Ετυμολογία

δούλεψη < δουλεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδούλεψηδουλέψεις
Γενικήδούλεψηςδουλέψεων
Αιτιατικήδούλεψηδουλέψεις
Κλητικήδούλεψηδουλέψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →