δούναι
•
- το να δίνει κάποιος κάτι σε κάποιον άλλον· στην έκφραση δούναι και λαβείν (δοσοληψία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δούναι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοῦναι, απαρέμφατο αορίστου β του δίδωμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →