δράκισσα
•
- θηλυκός δράκος, δράκαινα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δράκισσα < δράκος + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δράκισσα | δράκισσες |
| Γενική | δράκισσας | δρακισσών |
| Αιτιατική | δράκισσα | δράκισσες |
| Κλητική | δράκισσα | δράκισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →