Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δράκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαογραφίαφανταστικό τέρας με υπερφυσικές ιδιότητες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαρακτηρισμός ενός κακού και σκληρόκαρδου ανθρώπου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχαρακτηρισμός ενός κατ' εξακολούθηση βιαστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δράκος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δράκος < αρχαία ελληνική δράκων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδράκοςδράκοι
Γενικήδράκουδράκων
Αιτιατικήδράκοδράκους
Κλητικήδράκοδράκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →