Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δράκων

/ˈðɾa.kon/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαο δράκοντας Βικιλεξικό
    • Τοὺς κατά σου ἐπελθόντας φοβεροὺς καὶ λευγαλέους Δράκοντας ἀπῆγξας, ἆθλον κατορθοῦσα Ἠρακλέους. Περὶ σὲ τὰς πολλαπλᾶς των ἥπλωσαν, ὤ φρίκη! σπείρας· Ἀλλ’ ἐφάνησαν, θραυσθέντες ὑπὸ τὰς ἁβράς σου χεῖρας, Εἴδωλα πηλοῦ εὐθρύπτου Καὶ ὁ δράκων τῆς Ἀσίας καὶ ὁ δράκων τῆς Αἰγύπτου.

Ετυμολογία

δράκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δράκων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →