δράκων
•
- καθαρεύουσαο δράκοντας Βικιλεξικό
- Τοὺς κατά σου ἐπελθόντας φοβεροὺς καὶ λευγαλέους Δράκοντας ἀπῆγξας, ἆθλον κατορθοῦσα Ἠρακλέους. Περὶ σὲ τὰς πολλαπλᾶς των ἥπλωσαν, ὤ φρίκη! σπείρας· Ἀλλ’ ἐφάνησαν, θραυσθέντες ὑπὸ τὰς ἁβράς σου χεῖρας, Εἴδωλα πηλοῦ εὐθρύπτου Καὶ ὁ δράκων τῆς Ἀσίας καὶ ὁ δράκων τῆς Αἰγύπτου.
Ετυμολογία
δράκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δράκων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →