δράμα
•
- ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα Βικιλεξικό
- παραστάσεις αρχαίου δράματος
- θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονα πάθη και συγκρούσεις Βικιλεξικό
- η δυστυχία, τα πάθη ενός ανθρώπου ή ενός συνόλου Βικιλεξικό
- ζει το προσωπικό του δράμα
- Θα μπορούσε να μην είχε αναφέρει το δράμα της την πρώτη ημέρα της συνάντησής τους. Ν' αφήσει το σπίτι της, να βρει μια κάμαρα και να ζει ευπρεπώς από την οικοδιδασκαλία. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)
Ετυμολογία
δράμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρᾶμα < δρῶ : (νεότερες έννοιες) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική drame < νεολατινική drama < αρχαία ελληνική δρᾶμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δράμα | δράματα |
| Γενική | δράματος | δραμάτων |
| Αιτιατική | δράμα | δράματα |
| Κλητική | δράμα | δράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →