Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δράμι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μονάδα βάρους, το 1/400 της οκάς Βικιλεξικό
  2. πολύ μικρή ποσότητα από κάτι Βικιλεξικό
    • αυτός ο άνθρωπος δεν έχει δράμι μυαλό
    • Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

δράμι < μεσαιωνική ελληνική δράμιον < τουρκική dirhem < οθωμανική τουρκική درهم < περσική درهم (dirham) < αρχαία ελληνική δραχμή (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδράμιδράμια
Γενικήδραμιούδραμιών
Αιτιατικήδράμιδράμια
Κλητικήδράμιδράμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →