δράνα
•
- λαϊκότροποπέργκολα, μέρος που έχει κληματαριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δράνα < ενδεχομένως ελληνιστική δρᾶνος (το κατασκεύασμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δράνα | δράνες |
| Γενική | δράνας | δρανών |
| Αιτιατική | δράνα | δράνες |
| Κλητική | δράνα | δράνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →