Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρέπανο

/ˈðɾe.pa.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το δρεπάνι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηδιάφορα αντικείμενα ή τοποθεσίες σε σχήμα καμπυλωτό ή ημισελήνου Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητύπος κυρτού σπαθιού, η πάλα Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηκοπτικό όργανο που εφάρμοζε στους άξονες των τροχών των αρχαίων αρμάτων ( ή δρεπανηφόρο) Βικιλεξικό
  5. το κλαδευτήρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρέπανο < καθαρεύουσα δρέπανον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδρέπανοδρέπανα
Γενικήδρέπανου / δρεπάνουδρεπάνων
Αιτιατικήδρέπανοδρέπανα
Κλητικήδρέπανοδρέπανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →