δρέπανο
•
- το δρεπάνι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδιάφορα αντικείμενα ή τοποθεσίες σε σχήμα καμπυλωτό ή ημισελήνου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητύπος κυρτού σπαθιού, η πάλα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκοπτικό όργανο που εφάρμοζε στους άξονες των τροχών των αρχαίων αρμάτων ( ή δρεπανηφόρο) Βικιλεξικό
- το κλαδευτήρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρέπανο < καθαρεύουσα δρέπανον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρέπανο | δρέπανα |
| Γενική | δρέπανου / δρεπάνου | δρεπάνων |
| Αιτιατική | δρέπανο | δρέπανα |
| Κλητική | δρέπανο | δρέπανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →