Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δραματοποιία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοτο να γράφει κανείς δράματα / τραγωδίες Βικιλεξικό
  2. το σύνολο των δραματικών έργων / η δραματουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δραματοποιία < δράμα + -ο- + -ποιία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδραματοποιίαδραματοποιίες
Γενικήδραματοποιίαςδραματοποιιών
Αιτιατικήδραματοποιίαδραματοποιίες
Κλητικήδραματοποιίαδραματοποιίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →