δραματοποιούμαι
•
- με παρουσιάζουν με πιο δραματικές διαστάσεις από τις αντικειμενικές, με θεωρούν πιο τραγικό ή δραματικό απ΄ όσο είμαι Βικιλεξικό
- με μετατρέπουν σε καλλιτεχνική δημιουργία (κινηματογραφικό έργο, θεατρικό έργο) Βικιλεξικό
- Το 2006 δραματοποιήθηκε στην ελληνική τηλεόραση το βιβλίο "Οι Μάγισσες της Σμύρνης" σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη
- δραματοποιείται (δηλαδή μετατρέπεται σε δρώμενα θεατρικής ή κινηματογραφιής ή τηλεοπτικής μορφής) ένας μύθος, ένα παραμύθι, ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα, ένα πραγματικό γεγονός
Ετυμολογία
δραματοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δραματοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δραματοποιούμαι | δραματοποιείσαι | δραματοποιείται | δραματοποιούμαστε | δραματοποιείστε | δραματοποιούνται |
| Παρατατικός | δραματοποιούμουν | δραματοποιούσουν | δραματοποιούνταν | δραματοποιούμασταν / δραματοποιούμαστε | δραματοποιούσασταν / δραματοποιούσαστε | δραματοποιούνταν |
| Αόριστος | δραματοποιήθηκα | δραματοποιήθηκες | δραματοποιήθηκε | δραματοποιηθήκαμε | δραματοποιηθήκατε | δραματοποιήθηκαν / δραματοποιηθήκαν / δραματοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα δραματοποιηθώ / θα δραματοποιούμαι | θα δραματοποιείσαι / θα δραματοποιηθείς | θα δραματοποιείται / θα δραματοποιηθεί | θα δραματοποιηθούμε / θα δραματοποιούμαστε | θα δραματοποιείστε / θα δραματοποιηθείτε | θα δραματοποιηθούν / θα δραματοποιηθούνε / θα δραματοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω δραματοποιηθεί | έχεις δραματοποιηθεί | έχει δραματοποιηθεί | έχουμε δραματοποιηθεί | έχετε δραματοποιηθεί | έχουν δραματοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα δραματοποιηθεί | είχες δραματοποιηθεί | είχε δραματοποιηθεί | είχαμε δραματοποιηθεί | είχατε δραματοποιηθεί | είχαν δραματοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω δραματοποιηθεί / να δραματοποιηθώ / να δραματοποιούμαι | να έχεις δραματοποιηθεί / να δραματοποιείσαι / να δραματοποιηθείς | να έχει δραματοποιηθεί / να δραματοποιείται / να δραματοποιηθεί | να έχουμε δραματοποιηθεί / να δραματοποιηθούμε / να δραματοποιούμαστε | να έχετε δραματοποιηθεί / να δραματοποιείστε / να δραματοποιηθείτε | να έχουν δραματοποιηθεί / να δραματοποιηθούν / να δραματοποιηθούνε / να δραματοποιούνται |
| Προστακτική | — | δραματοποιήσου | — | — | δραματοποιείστε / δραματοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →