Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δραματουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δραματουργία και τον δραματουργό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δραματουργικός < δραματουργός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραματουργικόςδραματουργικήδραματουργικό
Γενικήδραματουργικούδραματουργικήςδραματουργικού
Αιτιατικήδραματουργικόδραματουργικήδραματουργικό
Κλητικήδραματουργικέδραματουργικήδραματουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραματουργικοίδραματουργικέςδραματουργικά
Γενικήδραματουργικώνδραματουργικώνδραματουργικών
Αιτιατικήδραματουργικούςδραματουργικέςδραματουργικά
Κλητικήδραματουργικοίδραματουργικέςδραματουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →