δραματουργικός
•
- σχετικός με τη δραματουργία και τον δραματουργό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δραματουργικός < δραματουργός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δραματουργικός | δραματουργική | δραματουργικό |
| Γενική | δραματουργικού | δραματουργικής | δραματουργικού |
| Αιτιατική | δραματουργικό | δραματουργική | δραματουργικό |
| Κλητική | δραματουργικέ | δραματουργική | δραματουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δραματουργικοί | δραματουργικές | δραματουργικά |
| Γενική | δραματουργικών | δραματουργικών | δραματουργικών |
| Αιτιατική | δραματουργικούς | δραματουργικές | δραματουργικά |
| Κλητική | δραματουργικοί | δραματουργικές | δραματουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →