δραμεντί
•
- νεολογισμόςελαφρό θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό είδος με δραματικά στοιχεία αλλά και ορισμένα κωμικά / εύθυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δραμεντί < γαλλική dramédie < drame (< λατινική drama < αρχαία ελληνική δρᾶμα (αντιδάνειο)) + comédie (< λατινική comoedia < αρχαία ελληνική κωμῳδία (αντιδάνειο) < κῶμος + ᾠδή)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →