δραπανοκατσάβιδο
•
- νεολογισμόςδράπανο (τρυπάνι) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά και ως κατσαβίδι (αναφέρεται σε ηλεκτρικά εργαλεία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δραπανοκατσάβιδο < δράπανο + κατσαβίδ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δραπανοκατσάβιδο | δραπανοκατσάβιδα |
| Γενική | δραπανοκατσάβιδου | δραπανοκατσάβιδων |
| Αιτιατική | δραπανοκατσάβιδο | δραπανοκατσάβιδα |
| Κλητική | δραπανοκατσάβιδο | δραπανοκατσάβιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →