δραπετεύω
•
- φεύγω κρυφά από έναν κλειστό φυλασσόμενο χώρο (φυλακή, στρατόπεδο κλπ) Βικιλεξικό
- μεταφορικάξεφεύγω, έστω και προσωρινά από μια δυσάρεστη κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δραπετεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δραπετεύω < δραπέτης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →