δραστηριοποιούμαι
•
- αποκτώ δραστηριότητα, ενέργεια, παίρνω πρωτοβουλία μετά από μια περίοδο ύφεσης Βικιλεξικό
- Πρέπει να δραστηριοποιηθείς, γιατί, με τη σύνταξη, κάθεσαι όλη μέρα στον υπολογιστή και δεν περπατάς, δε βλέπεις κόσμο, δεν κάνεις τίποτα υγιεινό
- είμαι ενεργός (επαγγελματικά κυρίως) σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
- Ο Παπαδάκης δραστηριοποιείται στις εισαγωγές πρώτων υλών εδώ και 20 χρόνια
Ετυμολογία
δραστηριοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δραστηριοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δραστηριοποιούμαι | δραστηριοποιείσαι | δραστηριοποιείται | δραστηριοποιούμαστε | δραστηριοποιείστε | δραστηριοποιούνται |
| Παρατατικός | δραστηριοποιούμουν | δραστηριοποιούσουν | δραστηριοποιούνταν | δραστηριοποιούμασταν / δραστηριοποιούμαστε | δραστηριοποιούσασταν / δραστηριοποιούσαστε | δραστηριοποιούνταν |
| Αόριστος | δραστηριοποιήθηκα | δραστηριοποιήθηκες | δραστηριοποιήθηκε | δραστηριοποιηθήκαμε | δραστηριοποιηθήκατε | δραστηριοποιήθηκαν / δραστηριοποιηθήκαν / δραστηριοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα δραστηριοποιηθώ / θα δραστηριοποιούμαι | θα δραστηριοποιείσαι / θα δραστηριοποιηθείς | θα δραστηριοποιείται / θα δραστηριοποιηθεί | θα δραστηριοποιηθούμε / θα δραστηριοποιούμαστε | θα δραστηριοποιείστε / θα δραστηριοποιηθείτε | θα δραστηριοποιηθούν / θα δραστηριοποιηθούνε / θα δραστηριοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω δραστηριοποιηθεί | έχεις δραστηριοποιηθεί | έχει δραστηριοποιηθεί | έχουμε δραστηριοποιηθεί | έχετε δραστηριοποιηθεί | έχουν δραστηριοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα δραστηριοποιηθεί | είχες δραστηριοποιηθεί | είχε δραστηριοποιηθεί | είχαμε δραστηριοποιηθεί | είχατε δραστηριοποιηθεί | είχαν δραστηριοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιηθώ / να δραστηριοποιούμαι | να έχεις δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιείσαι / να δραστηριοποιηθείς | να έχει δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιείται / να δραστηριοποιηθεί | να έχουμε δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιηθούμε / να δραστηριοποιούμαστε | να έχετε δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιείστε / να δραστηριοποιηθείτε | να έχουν δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιηθούν / να δραστηριοποιηθούνε / να δραστηριοποιούνται |
| Προστακτική | — | δραστηριοποιήσου | — | — | δραστηριοποιείστε / δραστηριοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →