Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δραστηριοποιούμαι

ρήμα
•
  1. αποκτώ δραστηριότητα, ενέργεια, παίρνω πρωτοβουλία μετά από μια περίοδο ύφεσης Βικιλεξικό
    • Πρέπει να δραστηριοποιηθείς, γιατί, με τη σύνταξη, κάθεσαι όλη μέρα στον υπολογιστή και δεν περπατάς, δε βλέπεις κόσμο, δεν κάνεις τίποτα υγιεινό
  2. είμαι ενεργός (επαγγελματικά κυρίως) σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
    • Ο Παπαδάκης δραστηριοποιείται στις εισαγωγές πρώτων υλών εδώ και 20 χρόνια

Ετυμολογία

δραστηριοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δραστηριοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδραστηριοποιούμαιδραστηριοποιείσαιδραστηριοποιείταιδραστηριοποιούμαστεδραστηριοποιείστεδραστηριοποιούνται
Παρατατικόςδραστηριοποιούμουνδραστηριοποιούσουνδραστηριοποιούντανδραστηριοποιούμασταν / δραστηριοποιούμαστεδραστηριοποιούσασταν / δραστηριοποιούσαστεδραστηριοποιούνταν
Αόριστοςδραστηριοποιήθηκαδραστηριοποιήθηκεςδραστηριοποιήθηκεδραστηριοποιηθήκαμεδραστηριοποιηθήκατεδραστηριοποιήθηκαν / δραστηριοποιηθήκαν / δραστηριοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα δραστηριοποιηθώ / θα δραστηριοποιούμαιθα δραστηριοποιείσαι / θα δραστηριοποιηθείςθα δραστηριοποιείται / θα δραστηριοποιηθείθα δραστηριοποιηθούμε / θα δραστηριοποιούμαστεθα δραστηριοποιείστε / θα δραστηριοποιηθείτεθα δραστηριοποιηθούν / θα δραστηριοποιηθούνε / θα δραστηριοποιούνται
Παρακείμενοςέχω δραστηριοποιηθείέχεις δραστηριοποιηθείέχει δραστηριοποιηθείέχουμε δραστηριοποιηθείέχετε δραστηριοποιηθείέχουν δραστηριοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα δραστηριοποιηθείείχες δραστηριοποιηθείείχε δραστηριοποιηθείείχαμε δραστηριοποιηθείείχατε δραστηριοποιηθείείχαν δραστηριοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιηθώ / να δραστηριοποιούμαινα έχεις δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιείσαι / να δραστηριοποιηθείςνα έχει δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιείται / να δραστηριοποιηθείνα έχουμε δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιηθούμε / να δραστηριοποιούμαστενα έχετε δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιείστε / να δραστηριοποιηθείτενα έχουν δραστηριοποιηθεί / να δραστηριοποιηθούν / να δραστηριοποιηθούνε / να δραστηριοποιούνται
Προστακτική—δραστηριοποιήσου——δραστηριοποιείστε / δραστηριοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →