δραστηριότητα
•
- το να είναι κάποιος δραστήριος, η ιδιότητα του δραστήριου Βικιλεξικό
- οι ενέργειες μιας ομάδας ανθρώπων ή ενός, σε συγκεκριμένη υπόθεση ή τομέα Βικιλεξικό
- Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται: δα) η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ... (Νόμος 1650 της 15/16.10.86. Για την προστασία του περιβάλλοντος.- (Α' 160).)
Ετυμολογία
δραστηριότητα < μεσαιωνική ελληνική δραστηριότης < αρχαία ελληνική δραστήριος + -ότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δραστηριότητα | δραστηριότητες |
| Γενική | δραστηριότητας | δραστηριοτήτων |
| Αιτιατική | δραστηριότητα | δραστηριότητες |
| Κλητική | δραστηριότητα | δραστηριότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →