Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δραχμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την νομισματική τιμή της δραχμής Βικιλεξικό
    • μπορεί η ποσοτική έκπτωση να είναι 10% αλλά εμένα με βολεύει να συζητάμε για την δραχμική

Ετυμολογία

δραχμικός < δραχμή +ῑκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραχμικόςδραχμικήδραχμικό
Γενικήδραχμικούδραχμικήςδραχμικού
Αιτιατικήδραχμικόδραχμικήδραχμικό
Κλητικήδραχμικέδραχμικήδραχμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραχμικοίδραχμικέςδραχμικά
Γενικήδραχμικώνδραχμικώνδραχμικών
Αιτιατικήδραχμικούςδραχμικέςδραχμικά
Κλητικήδραχμικοίδραχμικέςδραχμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →