δρεπάνισμα
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δρεπανίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δρεπανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρεπάνισμα < δρεπανίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρεπάνισμα | δρεπανίσματα |
| Γενική | δρεπανίσματος | δρεπανισμάτων |
| Αιτιατική | δρεπάνισμα | δρεπανίσματα |
| Κλητική | δρεπάνισμα | δρεπανίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →