δρεπανίζω
•
- κυριολεκτικάκόβω με το δρεπάνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάκόβω με το δρεπάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρεπανίζω < δρεπάνι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δρεπανίζω | δρεπανίζεις | δρεπανίζει | δρεπανίζουμε | δρεπανίζετε | δρεπανίζουν / δρεπανίζουνε |
| Παρατατικός | δρεπάνιζα | δρεπάνιζες | δρεπάνιζε | δρεπανίζαμε | δρεπανίζατε | δρεπάνιζαν / δρεπανίζαν / δρεπανίζανε |
| Αόριστος | δρεπάνισα | δρεπάνισες | δρεπάνισε | δρεπανίσαμε | δρεπανίσατε | δρεπάνισαν / δρεπανίσαν / δρεπανίσανε |
| Μέλλοντας | θα δρεπανίζω / θα δρεπανίσω | θα δρεπανίζεις / θα δρεπανίσεις | θα δρεπανίζει / θα δρεπανίσει | θα δρεπανίζουμε / θα δρεπανίσουμε | θα δρεπανίζετε / θα δρεπανίσετε | θα δρεπανίζουν / θα δρεπανίζουνε / θα δρεπανίσουν / θα δρεπανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δρεπανίσει | έχεις δρεπανίσει | έχει δρεπανίσει | έχουμε δρεπανίσει | έχετε δρεπανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δρεπανίσει | είχες δρεπανίσει | είχε δρεπανίσει | είχαμε δρεπανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δρεπανίσει / να δρεπανίζω / να δρεπανίσω | να έχεις δρεπανίσει / να δρεπανίζεις / να δρεπανίσεις | να έχει δρεπανίσει / να δρεπανίζει / να δρεπανίσει | να έχουμε δρεπανίσει / να δρεπανίζουμε / να δρεπανίσουμε | να έχετε δρεπανίσει / να δρεπανίζετε / να δρεπανίσετε | να δρεπανίζουν / να δρεπανίζουνε / να δρεπανίσουν / να δρεπανίσουνε |
| Προστακτική | — | δρεπάνιζε / δρεπάνισε | — | — | δρεπανίζετε / δρεπανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →