Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρεπανίζω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάκόβω με το δρεπάνι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκόβω με το δρεπάνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρεπανίζω < δρεπάνι + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδρεπανίζωδρεπανίζειςδρεπανίζειδρεπανίζουμεδρεπανίζετεδρεπανίζουν / δρεπανίζουνε
Παρατατικόςδρεπάνιζαδρεπάνιζεςδρεπάνιζεδρεπανίζαμεδρεπανίζατεδρεπάνιζαν / δρεπανίζαν / δρεπανίζανε
Αόριστοςδρεπάνισαδρεπάνισεςδρεπάνισεδρεπανίσαμεδρεπανίσατεδρεπάνισαν / δρεπανίσαν / δρεπανίσανε
Μέλλονταςθα δρεπανίζω / θα δρεπανίσωθα δρεπανίζεις / θα δρεπανίσειςθα δρεπανίζει / θα δρεπανίσειθα δρεπανίζουμε / θα δρεπανίσουμεθα δρεπανίζετε / θα δρεπανίσετεθα δρεπανίζουν / θα δρεπανίζουνε / θα δρεπανίσουν / θα δρεπανίσουνε
Παρακείμενοςέχω δρεπανίσειέχεις δρεπανίσειέχει δρεπανίσειέχουμε δρεπανίσειέχετε δρεπανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δρεπανίσειείχες δρεπανίσειείχε δρεπανίσειείχαμε δρεπανίσει——
Υποτακτικήνα έχω δρεπανίσει / να δρεπανίζω / να δρεπανίσωνα έχεις δρεπανίσει / να δρεπανίζεις / να δρεπανίσειςνα έχει δρεπανίσει / να δρεπανίζει / να δρεπανίσεινα έχουμε δρεπανίσει / να δρεπανίζουμε / να δρεπανίσουμενα έχετε δρεπανίσει / να δρεπανίζετε / να δρεπανίσετενα δρεπανίζουν / να δρεπανίζουνε / να δρεπανίσουν / να δρεπανίσουνε
Προστακτική—δρεπάνιζε / δρεπάνισε——δρεπανίζετε / δρεπανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →