Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρεπτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θερισμένος, κομμένος Βικιλεξικό
    • η Ολλανδία θεωρείται η μεγαλύτερη αγορά δρεπτών ανθέων

Ετυμολογία

δρεπτός < δρέπω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδρεπτόςδρεπτήδρεπτό
Γενικήδρεπτούδρεπτήςδρεπτού
Αιτιατικήδρεπτόδρεπτήδρεπτό
Κλητικήδρεπτέδρεπτήδρεπτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδρεπτοίδρεπτέςδρεπτά
Γενικήδρεπτώνδρεπτώνδρεπτών
Αιτιατικήδρεπτούςδρεπτέςδρεπτά
Κλητικήδρεπτοίδρεπτέςδρεπτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →