δριμύς
•
- δυνατός, έντονος Βικιλεξικό
- διαπεραστικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάέντονος, καυστικός, οξύς Βικιλεξικό
- Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα αιθιοπικής χονδροτεχνίας. (Δημήτρης Παυλόπουλος, Πώς δημιουργήθηκε το Λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, uoa.gr, ανακτήθηκε στις 16/8/2025 https://www.uoa.gr/to_panepistimio/istoria_kai_prooptikes/to_labaro_toy_pan/mioy)
Ετυμολογία
δριμύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δριμύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δριμύς | δριμεία | δριμύ |
| Γενική | δριμέος / δριμύ | δριμείας | δριμέος |
| Αιτιατική | δριμύ | δριμεία | δριμύ |
| Κλητική | δριμύ | δριμεία | δριμύ |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δριμείς | δριμείες | δριμέα |
| Γενική | δριμέων | δριμειών | δριμέων |
| Αιτιατική | δριμείς | δριμείες | δριμέα |
| Κλητική | δριμείς | δριμείες | δριμέα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →