δρογοεμπορία
•
- λόγιοτα παραγωγικά δεδομένα και η εμπορική σημασία μίας δρόγης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρογοεμπορία < δρόγ(η) + -ο- + εμπορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρογοεμπορία | δρογοεμπορίες |
| Γενική | δρογοεμπορίας | δρογοεμποριών |
| Αιτιατική | δρογοεμπορία | δρογοεμπορίες |
| Κλητική | δρογοεμπορία | δρογοεμπορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →