δρομέας
•
- αθλητισμόςαθλητής που τρέχει σε αγώνα δρόμου Βικιλεξικό
- τεχνολογίατο κινούμενο μέρος ενός ηλεκτρικού κινητήρα Βικιλεξικό
- μηχανισμός που επιτρέπει την μετακίνηση (αυτόματα και κατά σταθερού μήκους διάστημα) του τυμπάνου («κυλίνδρου») της γραφομηχανής (πάνω στο οποίο τοποθετείται το χαρτί) κατά την πληκτρολόγηση ώστε ο κάθε χαρακτήρας που πληκτρολογείται διαδοχικά να τυπώνεται πλάι στον προηγούμενο και όχι από πάνω του Βικιλεξικό
- πληροφορικήδείκτης που μετακινείται πάνω στην οθόνη του υπολογιστή καθώς πληκτρολογεί ο χρήστης και υποδεικνύει τη θέση εισαγωγής κειμένου (κατ' αναλογία με τον αντίστοιχο όρο που χρησιμοποιείται στη δακτυλογραφία από τον οποίο προέρχεται) Βικιλεξικό
- ορνιθολογίαπτηνό που δεν μπορεί να πετάξει αλλά τρέχει (όπως η στρουθοκάμηλος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρομέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρομεύς από την αιτιατική «τὸν δρομέα» < δρόμος : για τον όρο της πληροφορικής < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cursor
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρομέας | δρομείς |
| Γενική | δρομέα / δρομέως | δρομέων |
| Αιτιατική | δρομέα | δρομείς |
| Κλητική | δρομέα | δρομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →