Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρομέας

/ðɾoˈme.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αθλητισμόςαθλητής που τρέχει σε αγώνα δρόμου Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίατο κινούμενο μέρος ενός ηλεκτρικού κινητήρα Βικιλεξικό
  3. μηχανισμός που επιτρέπει την μετακίνηση (αυτόματα και κατά σταθερού μήκους διάστημα) του τυμπάνου («κυλίνδρου») της γραφομηχανής (πάνω στο οποίο τοποθετείται το χαρτί) κατά την πληκτρολόγηση ώστε ο κάθε χαρακτήρας που πληκτρολογείται διαδοχικά να τυπώνεται πλάι στον προηγούμενο και όχι από πάνω του Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήδείκτης που μετακινείται πάνω στην οθόνη του υπολογιστή καθώς πληκτρολογεί ο χρήστης και υποδεικνύει τη θέση εισαγωγής κειμένου (κατ' αναλογία με τον αντίστοιχο όρο που χρησιμοποιείται στη δακτυλογραφία από τον οποίο προέρχεται) Βικιλεξικό
  5. ορνιθολογίαπτηνό που δεν μπορεί να πετάξει αλλά τρέχει (όπως η στρουθοκάμηλος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρομέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρομεύς από την αιτιατική «τὸν δρομέα» < δρόμος : για τον όρο της πληροφορικής < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cursor

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδρομέαςδρομείς
Γενικήδρομέα / δρομέωςδρομέων
Αιτιατικήδρομέαδρομείς
Κλητικήδρομέαδρομείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →