δρομικός
•
- αθλητισμόςπου έχει σχέση με τους αγώνες δρόμου ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
- Συμμετέχουν σε δρομικούς αγώνες μικρότερων ή μεγαλύτερων αποστάσεων, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, βιώνοντας ευχάριστα συναισθήματα και έχοντας την αίσθηση ότι τα καταφέρνουν. Στην κορωνίδα των αγώνων αυτών ανήκει ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας, ο οποίος πραγματοποιήθηκε χθες, 10 Νοεμβρίου 2013. (εφ. Το Βήμα, 08.11.2013)
- αρχιτεκτονικήπου αφορά τρόπο χτισίματος κατά τον οποίο οι πέτρες ή τα τούβλα τοποθετούνται με τη μακρά τους πλευρά κατά μήκος του τοίχου Βικιλεξικό
- κτίζοντας δύο δρομικούς τοίχους και τοποθετώντας ανάμεσά τους θερμομονωτικό υλικό, κατασκευάζουμε τους εξωτερικούς τοίχους μιας οικοδομής (Δημήτρης Καλέργης , Κέλυφος κτηρίων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ανακτήθηκε στις 9/11/2025 https://eclass.uth.gr/modules/document/file.php/PRD_U_231/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82/5.K%CE%AD%CE%BB%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%82%20%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CF%89%CE%BD-s.pdf)
- αρχιτεκτονικήπου αφορά ναό τύπου βασιλικής με εσωτερικό χωρισμό σε κλίτη με σειρές κιονοστοιχιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρομικός < αρχαία ελληνική δρομικός < δρόμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δρομικός | δρομική | δρομικό |
| Γενική | δρομικού | δρομικής | δρομικού |
| Αιτιατική | δρομικό | δρομική | δρομικό |
| Κλητική | δρομικέ | δρομική | δρομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δρομικοί | δρομικές | δρομικά |
| Γενική | δρομικών | δρομικών | δρομικών |
| Αιτιατική | δρομικούς | δρομικές | δρομικά |
| Κλητική | δρομικοί | δρομικές | δρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →