Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρομολόγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δρομολογώ Βικιλεξικό
    • Όταν στην περίοδο 1908-1910 εμφανίζεται ο ηλεκτροκίνητος τροχιόδρομος, το τραμ, οι συνοικίες αυτές είναι από τις πρώτες που εξυπηρετούνται με το νέο αυτό συγκοινωνιακό μέσο, το οποίο αργότερα συμπληρώνεται με τη δρομολόγηση βενζινοκίνητων λεωφορείων. (Μάρω Βουγιούκα, Βασίλης Μεγαρίδης, Κουκάκι, Φιλοπάππου, Γαργαρέττα, εκδ. Φιλιππότη, 2006, σελ. 83)

Ετυμολογία

δρομολόγηση < δρομολογώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδρομολόγησηδρομολογήσεις
Γενικήδρομολόγησηςδρομολογήσεων
Αιτιατικήδρομολόγησηδρομολογήσεις
Κλητικήδρομολόγησηδρομολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →