Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρομολόγιο

/ðɾo.moˈlo.ʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κίνηση κάποιου οχήματος σε συγκεκριμένη διαδρομή, με ορισμένη αρχή, ενδιάμεσα σημεία και τέλος Βικιλεξικό
  2. η διαδρομή προκειμένου κάποιος να αφιχθεί στον προορισμό του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρομολόγιο < δρόμο(ς) + -ο- + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδρομολόγιοδρομολόγια
Γενικήδρομολογίου / δρομολόγιουδρομολογίων / δρομολόγιων
Αιτιατικήδρομολόγιοδρομολόγια
Κλητικήδρομολόγιοδρομολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →