δρομολόγιο
•
- η κίνηση κάποιου οχήματος σε συγκεκριμένη διαδρομή, με ορισμένη αρχή, ενδιάμεσα σημεία και τέλος Βικιλεξικό
- η διαδρομή προκειμένου κάποιος να αφιχθεί στον προορισμό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρομολόγιο < δρόμο(ς) + -ο- + -λόγιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρομολόγιο | δρομολόγια |
| Γενική | δρομολογίου / δρομολόγιου | δρομολογίων / δρομολόγιων |
| Αιτιατική | δρομολόγιο | δρομολόγια |
| Κλητική | δρομολόγιο | δρομολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →