δρόμωνας
•
- ιστορίαιστιοφόρο πλοίο με κουπιά στα χρόνια του Βυζαντίου Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπαλαιότερη ονομασία ταχυκίνητων πολεμικών πλοίων αντί του όρου αντιτορπιλικό, ή του σύγχρονου κορβέτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρόμωνας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δρόμων < αρχαία ελληνική δρόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρόμωνας | δρόμωνες |
| Γενική | δρόμωνα | δρομώνων |
| Αιτιατική | δρόμωνα | δρόμωνες |
| Κλητική | δρόμωνα | δρόμωνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →