Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δροσιά

/ðɾoˈsça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μετεωρολογίαελαφρά ψυχρός και ευχάριστος αέρας ή καιρός Βικιλεξικό
    • Κάνει δροσιά, βάλε μια ζακέτα!
  2. μετεωρολογίαοι σταγόνες που συγκεντρώνονται το πρωί στα φυτά και στο έδαφος Βικιλεξικό
    • η πρωινή δροσιά
  3. συνεκδοχικάτο μέρος που έχει δροσιά (1) Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη φρεσκάδα, η νεανικότητα Βικιλεξικό
    • Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)

Ετυμολογία

δροσιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δροσιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δροσία < αρχαία ελληνική δρόσος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδροσιάδροσιές
Γενικήδροσιάςδροσιών
Αιτιατικήδροσιάδροσιές
Κλητικήδροσιάδροσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →