δρυΐδης
•
- θρησκείααρχαίος Κέλτης ή Γαλάτης ιερέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρυΐδης < αρχαία ελληνική Δρυΐδης < δρῦς + -ίδης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρυΐδης | δρυΐδες |
| Γενική | δρυΐδη | δρυϊδών |
| Αιτιατική | δρυΐδη | δρυΐδες |
| Κλητική | δρυΐδη | δρυΐδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →