δρυοκολάπτης
•
- πτηνόπουλί της οικογένειας των Δρυοκολαπτιδών που ανοίγει οπές σε συνήθως γερασμένα δέντρα και αναζητεί τροφή ή φτιάχνει εκει τη φωλιά του Βικιλεξικό
- Δρυοκολάπτης ο μείζων (Picus major)
- Δρυοκολάπτης ο χλωρός δηλαδή πράσινος (Picus viridis)
Ετυμολογία
δρυοκολάπτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρυοκολάπτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρυοκολάπτης | δρυοκολάπτες |
| Γενική | δρυοκολάπτη | δρυοκολαπτών |
| Αιτιατική | δρυοκολάπτη | δρυοκολάπτες |
| Κλητική | δρυοκολάπτη | δρυοκολάπτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →