Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρύπη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τύπος εδώδιμου καρπού με σκληρό, σαρκώδες εξωτερικό περίβλημα που περιβάλλει έναν σπόρο ή πυρήνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρύπη < γαλλική drupe < λατινική drupa < ελληνιστική κοινή δρύππᾱ (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική δρῠπεπής / δρῡ́πεψ < δρῦς + πέσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδρύπηδρύπες
Γενικήδρύπηςδρυπών
Αιτιατικήδρύπηδρύπες
Κλητικήδρύπηδρύπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →