δρύφακτο
•
- επίσημοκινητή μπάρα ή δοκός που κατεβαίνοντας εμποδίζει την κίνηση οχημάτων ή πεζών Βικιλεξικό
- επίσημοκουπαστή, παραπέτο, στηθαίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δρύφακτο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρύφακτος με μεταπλασμό σε ουδετέρου γένους με βάση την αιτιατική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρύφακτο | δρύφακτα |
| Γενική | δρύφακτου | δρύφακτων |
| Αιτιατική | δρύφακτο | δρύφακτα |
| Κλητική | δρύφακτο | δρύφακτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →