Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρᾶστις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καθαρεύουσαθηλυκό του δράστης: η δράστις, δράστιδα, δράστρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρᾶστις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή *δρᾶστις, θηλυκό του αττικού τύπου δράστης. Διαφορετικό το ελληνιστικό παροξύτονο δράστις.

Άλλοι τύποι

δρᾶστις'

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δράστις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοθηλυκό του δράστης: η δράστιδα, η δράστρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δράστις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή *δρᾶστις γενική δράστιδος, θηλυκό του αττικού τύπου δράστης, που απαντά στον ιωνικό θηλυκό τύπο δρῆστις → δείτε τη λέξη δράω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδράστιςδράστιδες
Γενικήδράστιδας / δράστιδοςδράστιδων / δραστίδων
Αιτιατικήδράστιδαδράστιδες
Κλητικήδράστι / δράστι δράστιςδράστιδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →