Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυάρι

/ðiˈa.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψηφίο 2 Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από δύο ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
    • (ειδικότερα) διαμέρισμα με δύο κύρια δωμάτια (εκτός των χολ, κουζίνα και μπάνιο)
  3. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 2 Βικιλεξικό
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό δύο
    • πρόκα, άλεν, κοπτικό κλπ, μεγέθους 2
    • μέγεθος γραμμάτων 2 στιγμών
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται δεξιός αμυντικός στην σύνθεση. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυάρι < δυ(ο) + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδυάριδυάρια
Γενικήδυαριούδυαριών
Αιτιατικήδυάριδυάρια
Κλητικήδυάριδυάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →