δυάρι
•
- το ψηφίο 2 Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από δύο ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) διαμέρισμα με δύο κύρια δωμάτια (εκτός των χολ, κουζίνα και μπάνιο)
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 2 Βικιλεξικό
- το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό δύο
- πρόκα, άλεν, κοπτικό κλπ, μεγέθους 2
- μέγεθος γραμμάτων 2 στιγμών
- βαθμός σε εξετάσεις
- αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται δεξιός αμυντικός στην σύνθεση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυάρι < δυ(ο) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυάρι | δυάρια |
| Γενική | δυαριού | δυαριών |
| Αιτιατική | δυάρι | δυάρια |
| Κλητική | δυάρι | δυάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →