δυαδικός
•
- που έχει σχέση με δυάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που αποτελείται από δύο τμήματα ή μέρη Βικιλεξικό
- μαθηματικάδυαδικό, σύστημα αρίθμησης με βάση το 2 και χρήση μόνο των ψηφίων 0 και 1 για την αναπαράσταση αριθμών. Βικιλεξικό
- (ανέκδοτο) Υπάρχουν 10 (σ.σ. 10_((δυαδικό σύστημα)) = 2_((δεκαδικό σύστημα))) τύποι ανθρώπων. Αυτοί που κατανοούν το δυαδικό σύστημα, κι αυτοί που δεν το κατανοούν.
- Δυαδικό σύστημα Βικιπαίδεια
- πληροφορικήαναφέρεται σε αρχεία που περιέχουν κωδικοποιημένες πληροφορίες, όπως τα αρχεία ενός επεξεργαστή κειμένου, φωτογραφιών, κλπ. Βικιλεξικό
- πληροφορικήboolean: που λαμβάνει τιμές 1 ή 0, οι οποίες αντιστοιχούν στο "αληθής" (true) ή "ψευδής" (false) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυαδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δυαδικός < αρχαία ελληνική δύο (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική binaire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυαδικός | δυαδική | δυαδικό |
| Γενική | δυαδικού | δυαδικής | δυαδικού |
| Αιτιατική | δυαδικό | δυαδική | δυαδικό |
| Κλητική | δυαδικέ | δυαδική | δυαδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυαδικοί | δυαδικές | δυαδικά |
| Γενική | δυαδικών | δυαδικών | δυαδικών |
| Αιτιατική | δυαδικούς | δυαδικές | δυαδικά |
| Κλητική | δυαδικοί | δυαδικές | δυαδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →