δυαρχικός
•
- που έχει σχέση με τη δυαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυαρχικός < δυαρχία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυαρχικός | δυαρχική | δυαρχικό |
| Γενική | δυαρχικού | δυαρχικής | δυαρχικού |
| Αιτιατική | δυαρχικό | δυαρχική | δυαρχικό |
| Κλητική | δυαρχικέ | δυαρχική | δυαρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυαρχικοί | δυαρχικές | δυαρχικά |
| Γενική | δυαρχικών | δυαρχικών | δυαρχικών |
| Αιτιατική | δυαρχικούς | δυαρχικές | δυαρχικά |
| Κλητική | δυαρχικοί | δυαρχικές | δυαρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →