δυναμικά
•
- με δυναμισμό, με δυναμικές ενέργειες Βικιλεξικό
- από δυναμική άποψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυναμικά < δυναμικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
δυναμικά < δυναμικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →