δυναμό
•
- τεχνολογίαη συσκευή που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα συνεχούς τάσεως, μέσω της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής, και τροφοδοτεί μπαταρίες και ηλεκτρικά συστήματα αυτοκινήτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυναμό < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική dynamo (θηλυκό· θεωρήθηκε ουδέτερο λόγω της κατάληξης) < σύντμηση του machine dynamo-électrique < αγγλική dynamo-electric machine. Με βάση την αρχαία ελληνική δύναμις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →