δυναμώνω
•
- αυξάνω τη δύναμη σε κάτι/κάποιον Βικιλεξικό
- αυξάνω την ένταση του ήχου Βικιλεξικό
- βελτιώνω την απόδοση κάποιου Βικιλεξικό
- γίνομαι πιο δυνατός, αποκτώ περισσότερη σωματική δύναμη Βικιλεξικό
- αποκτώ δυνάμεις μετά από ασθένεια Βικιλεξικό
- αποκτώ μεγαλύτερη ένταση ή ισχύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυναμώνω < ελληνιστική δυναμῶ (δυναμόω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →