δυναστεία
•
- μία σειρά μοναρχών που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και διαδέχονται ο ένας τον άλλον με βάση το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοικογένεια με μεγάλη επιρροή στον οικονομικό ή πολιτικό τομέα για δύο ´ή περισσότερες γενιές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυναστεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dynastie < αρχαία ελληνική δυναστεία < δυναστεύω < δυνάστης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυναστεία | δυναστείες |
| Γενική | δυναστείας | δυναστειών |
| Αιτιατική | δυναστεία | δυναστείες |
| Κλητική | δυναστεία | δυναστείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →