Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυναστεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μία σειρά μοναρχών που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και διαδέχονται ο ένας τον άλλον με βάση το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοικογένεια με μεγάλη επιρροή στον οικονομικό ή πολιτικό τομέα για δύο ´ή περισσότερες γενιές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυναστεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dynastie < αρχαία ελληνική δυναστεία < δυναστεύω < δυνάστης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδυναστείαδυναστείες
Γενικήδυναστείαςδυναστειών
Αιτιατικήδυναστείαδυναστείες
Κλητικήδυναστείαδυναστείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →