Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυνατά

επίρρημα
•
  1. με δύναμη Βικιλεξικό
    • ἄν ἦταν στυλογράφος, θά ἦταν Parker, καί μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ κλασικός πού εἶχε ἀπό τήν Ἕκτη Δημοτικοῦ, δῶρο ἀπό τὸν θεῖο του τόν Γιῶργο στά δωδέκατα γενέθλιά του, ὁ Parker ἐκεῖνος πού ἔπρεπε νά τόν πιέσεις δυνατά, ἀλλά καί μαλακά. (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Au revoir, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 14)
  2. για ήχομε ένταση Βικιλεξικό
    • φώναζε δυνατά για να τον ακούσουν

Ετυμολογία

δυνατά < δυνατός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →