δυνατότητα
•
- η κατάσταση κατά την οποία ένα πράγμα είναι δυνατόν ή πιθανόν να συμβεί Βικιλεξικό
- οι δυνάμεις, τα μέσα και οι ικανότητες που διαθέτει κάποιος ή προσφέρονται σε κάποιον Βικιλεξικό
- οικονομική δυνατότητα
Ετυμολογία
δυνατότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δυνατ(ότης) ήδη από το 1786 + -ότητα (< δυνατός), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική possibilité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυνατότητα | δυνατότητες |
| Γενική | δυνατότητας | δυνατοτήτων |
| Αιτιατική | δυνατότητα | δυνατότητες |
| Κλητική | δυνατότητα | δυνατότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →