δυνητικός
•
- επιστημονικός όροςπου μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις Βικιλεξικό
- (νομικός όρος) δυνητική ρήτρα
- πληροφορικήεικονικός Βικιλεξικό
- δυνητικές κοινότητες
- γραμματικήρηματική μορφή ή σύνταξη που εκφράζει κάτι που είναι δυνατό ή πιθανό Βικιλεξικό
- δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική (στην αρχαία ελληνική)
- Το «θα» είναι δυνητικό μόριο.
- Στα ιαπωνικά το 勝てる (kateru) είναι η δυνητική μορφή του ρήματος 勝つ (katsu, «νικάω»).
Ετυμολογία
δυνητικός < Ετυμολογίες ανά σημασία. : 1. Η επιστημονική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική potentiel, virtuel. : 2. Η πληροφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική virtual (μαρτυρείται από το 1959). : 3. Η γραμματική σημασία < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή δυνητικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυνητικός | δυνητική | δυνητικό |
| Γενική | δυνητικού | δυνητικής | δυνητικού |
| Αιτιατική | δυνητικό | δυνητική | δυνητικό |
| Κλητική | δυνητικέ | δυνητική | δυνητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυνητικοί | δυνητικές | δυνητικά |
| Γενική | δυνητικών | δυνητικών | δυνητικών |
| Αιτιατική | δυνητικούς | δυνητικές | δυνητικά |
| Κλητική | δυνητικοί | δυνητικές | δυνητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →