δυοσμαρίνι
•
- φυτόδεντρολίβανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυοσμαρίνι < ροσμαρί (με επίδραση της λέξης δυόσμος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυοσμαρίνι | δυοσμαρίνια |
| Γενική | δυοσμαρινιού | δυοσμαρινιών |
| Αιτιατική | δυοσμαρίνι | δυοσμαρίνια |
| Κλητική | δυοσμαρίνι | δυοσμαρίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →